Εάν αυτό δεν είναι ευτυχία, τότε τι? από τη Μαρία Π. Ψαθά

Αφιερωμένο σε όλες τις μανούλες...Ξέρουν εκείνες!

Αγαπημένο μου, φιλοθεάμων κοινό.

Άνευ τίτλου το σημερινό μου άρθρο και ολίγον αλλιώτικο από ότι σε έχω συνηθίσει, καθώς καλοκαιράκι έχουμε, είπα να βγάλω την καμπαρντίνα της αμπελοφιλοσοφίας και να ντυθώ τα αέρινα τα λουλουδάτα τα παρεό της ξεγνοιασιάς.

Έχω να μοιραστώ μαζί σου σοβαρές απορίες και ούτε λεπτό μη σκεφτείς να μην με πάρεις σοβαρά.

Αρχικά, δράττομαι της ευκαιρίας να παραπονεθώ για την σουρεάλ κατάσταση που βιώνω ως μάνα μωρού-μωρομάνα η ταλαίπωρη- καθημερινά άπαξ και θελήσω η δόλια να επισκεφθώ τις έκπαγλου κάλλους παραλίες τις πανέμορφης χώρας μας.

Το θέμα πάει ως εξής ταΐζω μωρό, αλλάζω μωρό, βάζω αντηλιακό στο μωρό, αφήνω μωρό στην κούνια, κλαίει το μωρό.

Βάζω μαγιό, φτιάχνω την τσάντα μου που μέσα απαραιτήτως έχει μια αλλαξιά του μωρού,μια κρέμα του μωρό,678 άχρηστα παιχνίδια του μωρού,πέντε  πιπίλες-γιατί είμαστε επιρρεπείς στο χάσιμο-νερό κρύο,νερό ζεστό, μωρομάντηλα,εφτά  πάνες  για ασφάλεια, τέσσερις  πετσέτες, δύο ψάθες, ένα σελτεδάκι και μια σφυρίχτρα-άπαξ και πνιγώ κάπως να ειδοποιήσω ότι στη στεριά βρίσκεται ένα εν δυνάμει ορφανό.

Έτοιμη η τσάντα παραλίας.

Το μωρό μου όλη αυτή την ώρα κλαίει ακατάπαυστα και η μόνη περίπτωση να σωπάσει είναι να της δώσω έτσι για να ξεχαστεί το τηλεκοντρόλ του αιρκοντίσον,.ένα παλιό κινητό τηλέφωνο,ένα άδειο κουτί παπουτσιών και μία πάνα,από τις δικές της.

Βγάζω τσάντα στην πόρτα,κλείνω καρότσι,παίρνω αγκαλιά μωρό,αποφασίζω ότι έτσι αδύνατον να πάρω και τσάντα και ομπρέλα και σαμπρέλα και καρότσι και μωρό και αφήνω ξανά το μωρό στην κούνια του.

Ανοίγω το καρότσι,βάζω μέσα την τσάντα, την ομπρέλα, τη σαμπρέλα ,μια καινή διαθήκη που έπεσε από το ράφι και ένα μπώλ ασημένιο δώρο φίλου και πάω να ξαναπάρω το μωρό.

Όχι.Αδύνατον δις.

Να μη στα πολυλέω,έχω ξεκινήσει στις 10 αυτή την διαδικασία και βγάλε- βάλε, σύρε- έλα ,φέρε- άσε,φτάνω στη θάλασσα στις 1230.

Τέλεια! Ομπρέλα φυσικά και δεν υπάρχει,ξαπλώστρα φυσικά και δεν πληρώνω και έτσι όπως σούρνομαι σαν άλλη κυνηγημένη από τη ζωή πάνω στην άμμο την καυτή (ποιητική αιδός),

Τσούπ! Βλέπω μια συμμαθήτρια.Τρέχει εκείνη να με αγκαλιάσει,μου πέφτουν έμενα όλα μου τα προικιά από τα χέρια ,ευτυχώς το μωρό είναι γαντζωμένο πάνω μου,κάνω ένα 10λεπτο να την ξεφορτωθώ και ένα ακόμη 5λεπτό να ξαναμαζέψω τα τσουμπλέκια μου.

Στήνω επιτέλους και δόξα τον Άγιο Μηνά την ομπρέλα ,στρώνω ψάθες πετσέτες και τα κουβάδακια,φτιαράκια,σχεδιάκια,φατάκια και συναφή .

Έδωσε λέω ο Θεός ας απολαύσουμε την ηρεμία του τάκα-τούκα των διπλανών και των τσιρίδων της κυρίας που κάνει πως κολυμπάει.

Βάζω μωρό στην πετσέτα, βγάζω πάνα μωρού, λερώνεται πάνω κάτω και πλαγίως το μωρό…και εδώ έρχεται η απορία αγαπημένε μου αναγνώστη :

Τι αμαρτίες πλήρωνω Θέε μου?

«Μια ζωή πληρώνεις αμαρτίες αλλωνών» ,απαντάει σε ντο μινόρε η Σακελλαρίου μέσα μου, αποφασίζω να μην πτοηθώ από την ταλαιπώρια και την γκαντεμιά παίρνω το παιδάκι μου στα χέρια, ξεχνάω κιλά, κυτταρίτιδες, γκρίνιες, κούραση, αϋπνίες και χάνομαι στο τρελό χαμόγελο της που απαρτίζεται από 2 ½ δόντια όλο κι όλο, μόλις τα φρατζολάκια που έχει για πόδια βυθίζονται στο νερό.

Απορία Νο.2 Αγαπημένε μου αναγνώστη :

Εάν αυτό δεν είναι ευτυχία, τότε τι?

Μαρία Π . ΨαθάSave

 

Save

Save

Save

Save