Υπάρχουν άνθρωποι που χάνονται όχι επειδή έσβησαν,
αλλά επειδή η ζωή τους πήγε λίγο πιο γρήγορα απ’ την καρδιά.
Έρωτες και φιλίες που δεν τελείωσαν με φωνές,
αλλά με σιωπές.
Με “θα μιλήσουμε”, που δεν ειπώθηκε ποτέ ξανά.
Κι ύστερα περνά ο καιρός.
Όχι για να ξεχάσει ο καιρός δεν ξεχνά.
Περνά για να αλλάξει τους ανθρώπους που κουβαλούν τις μνήμες.
Όταν ξανασυναντιούνται, δεν είναι πια εκείνοι που ήξεραν.
Έχουν άλλα βλέμματα, άλλες άμυνες, λιγότερες αυταπάτες.
Και τότε έρχεται η μεγάλη ερώτηση, αυτή που δεν λέγεται δυνατά:
«Μπορεί αυτό που χάθηκε να επιστρέψει με την ίδια ένταση;»
Η αλήθεια είναι πως όχι.
Όχι όπως τότε.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο τίμιο κομμάτι της ιστορίας.
Γιατί εκείνη η ένταση ανήκε σε ανθρώπους που δεν ήξεραν ακόμη.
Σε ψυχές άγριες, ανοιχτές, απροστάτευτες.
Ήταν φωτιά και η φωτιά καίει γρήγορα.
Αυτό που επιστρέφει αργότερα δεν καίει.
Ζεσταίνει.
Κουβαλά λιγότερα όνειρα, αλλά περισσότερη αλήθεια.
Λιγότερες υποσχέσεις, αλλά περισσότερη παρουσία.
Δεν έχει την ανάγκη να αποδείξει τίποτα,
γιατί έχει ήδη περάσει από την απουσία.
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις:
δεν είναι όλα φτιαγμένα για να συνεχιστούν όπως άρχισαν.
Κάποια πράγματα επιστρέφουν για να ειπωθούν σωστά.
Για να αγαπηθούν χωρίς προσδοκίες.
Για να σταθούν χωρίς φόβο.
Η αγάπη, όταν ωριμάζει, δεν κάνει θόρυβο.
Δεν απαιτεί, δεν τραβά, δεν πιέζει.
Μένει.
Και αυτό είναι πιο δυνατό από κάθε ένταση.
Γιατί στο τέλος, ακόμα κι αν αλλάζουν τα πράγματα,
εκείνο που είναι αληθινό δεν χάνεται.
Απλώς βρίσκει έναν πιο αυθεντικό τρόπο να υπάρχει.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο είδος επιστροφής:
όχι για να ξαναγίνει όπως πριν,
αλλά για να γίνει όπως πραγματικά ήταν πάντα.
Πένυ Λεβαντή
















