Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους μια σιωπή πιο βαριά κι από κραυγή. Άνθρωποι που γελούν προς τα έξω και αιμορραγούν προς τα μέσα. Που έμαθαν να στέκονται όρθιοι όχι γιατί είναι δυνατοί, αλλά γιατί δεν τους έμαθε κανείς πώς να πέφτουν με ασφάλεια. Για εκείνους που η ζωή δεν υπήρξε ποτέ εύκολη, που μεγάλωσαν μέσα σε απουσίες, σε «πρέπει», σε φόβους και σε πληγές που δεν φάνηκαν ποτέ σε ακτινογραφία.
Υπάρχουν άνθρωποι που κάποια στιγμή κουράστηκαν να πιστεύουν. Όχι επειδή δεν ήθελαν τον Θεό, αλλά επειδή ο πόνος τους φάνηκε πιο δυνατός από κάθε προσευχή. Τον φώναξαν και δεν πήραν απάντηση ή έτσι νόμισαν. Κι όταν ο πόνος γίνεται καθημερινότητα, αρχίζεις να πιστεύεις ότι ίσως γεννήθηκες για να αντέχεις και όχι για να ζεις. Κι αυτό σκοτώνει αργά.
Η κατάθλιψη δεν είναι αδυναμία. Είναι εξάντληση ψυχής. Είναι να ξυπνάς το πρωί και να νιώθεις ότι η ζωή σου ζητά πράγματα που δεν έχεις πια να δώσεις. Είναι να περπατάς ανάμεσα σε ανθρώπους και να νιώθεις αόρατος. Να είσαι με κόσμο και όμως να νιώθεις βαθιά μόνος. Να θες να μιλήσεις και να μη βρίσκεις λέξεις. Να θες να κλάψεις και να μην έχεις ούτε δάκρυα.
Και ναι… υπάρχουν και εκείνοι που σκέφτηκαν να «φύγουν» από τη ζωή. Όχι γιατί δεν την αγαπούσαν, αλλά γιατί πονούσαν πάρα πολύ. Γιατί δεν έβλεπαν πια το φως, όχι επειδή δεν υπήρχε, αλλά επειδή τα μάτια της ψυχής τους είχαν κουραστεί από το σκοτάδι. Και κάποιοι έφυγαν στ’ αλήθεια. Όχι επειδή ήταν εγωιστές. Αλλά επειδή πίστεψαν, έστω για μια στιγμή, ότι η απουσία τους θα πονούσε λιγότερο από την παρουσία τους.
Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές και αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, θέλω να σου πω κάτι με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου:
Δεν είσαι χαλασμένος. Δεν είσαι βάρος. Δεν είσαι μόνος, ακόμα κι αν έτσι νιώθεις.
Η ζωή έχει έναν σκληρό τρόπο να δοκιμάζει τους πιο ευαίσθητους. Εκείνους που νιώθουν βαθιά, που αγαπούν αληθινά, που δεν έμαθαν να προσπερνούν τον πόνο αλλά να τον κουβαλούν. Όμως ο πόνος δεν είναι η ταυτότητά σου. Είναι ένα κεφάλαιο, όχι όλο το βιβλίο.
Και ο Θεός; Ίσως δεν έφυγε ποτέ. Ίσως απλώς σιώπησε για να μάθεις να ακούς τη δική σου φωνή. Ίσως ήταν εκεί όταν άντεξες άλλη μία μέρα. Όταν δεν έκανες το βήμα στο κενό. Όταν ζήτησες βοήθεια, έστω και μέσα σου. Μερικές φορές η θεία παρουσία δεν είναι θαύμα. Είναι αντοχή. Είναι μια ανάσα ακόμα. Είναι το «μείνε» όταν όλα μέσα σου φωνάζουν «φύγε».
Ο Θεός είναι πάντα δίπλα μας, δεν απομακρύνεται ποτέ απλώς, μέσα στον πόνο μας, ξεχνάμε να σηκώσουμε τα μάτια της ψυχής για να Τον δούμε.
Μην ντρέπεσαι για το σκοτάδι σου. Εκεί γεννιέται το φως που έχει νόημα. Μίλα. Ζήτα βοήθεια. Άφησε κάποιον να κρατήσει το χέρι σου μέχρι να δυναμώσεις. Δεν χρειάζεται να είσαι ήρωας. Χρειάζεται μόνο να είσαι ζωντανός.
Κι αν σήμερα δεν μπορείς να πιστέψεις στη ζωή, πίστεψε σε αυτό:
Ότι τα συναισθήματα αλλάζουν. Ότι η νύχτα δεν κρατά για πάντα. Ότι μέσα σου υπάρχει ακόμα μια σπίθα έστω μικρή που αρνείται να σβήσει.
Η ζωή δεν σου χρωστάει ευκολία, αλλά σου χρωστάει ευκαιρία. Και όσο αναπνέεις, υπάρχει χρόνος να ξαναρχίσεις. Όχι όπως ήσουν. Αλλά πιο αληθινός. Πιο συνειδητός. Πιο ζωντανός.
Αν αυτό το κείμενο φτάσει έστω σε έναν άνθρωπο και τον κάνει να μείνει… τότε άξιζε να γραφτεί.
Γιατί καμιά ψυχή δεν γεννήθηκε για να χαθεί στο σκοτάδι.
Και γιατί, ακόμα κι όταν δεν το βλέπεις, το φως δεν έπαψε ποτέ να σε ψάχνει.
Πένυ Λεβαντή














