Ηαναζήτηση του ιδανικού σωματικού βάρους απασχολεί εδώ και δεκαετίες την επιστήμη, την κοινωνία, αλλά και τον κάθε ένα μας προσωπικά. Πόσες φορές δεν έχουμε προσπαθήσει να ακολουθήσουμε μια δίαιτα «κατά γράμμα», να γυμναστούμε συστηματικά, να ελέγξουμε τις μερίδες και τις θερμίδες και όμως, το αποτέλεσμα να μην είναι αυτό που περιμέναμε;
Η απογοήτευση που προκαλεί η αδυναμία απώλειας ή διατήρησης του βάρους μπορεί να είναι αποθαρρυντική. Συχνά, συνοδεύεται από ενοχές ή το αίσθημα πως «δεν προσπαθούμε αρκετά». Όμως σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτή η αίσθηση δεν είναι μόνο άδικη, είναι και επιστημονικά ξεπερασμένη.
Η σύγχρονη γενετική μάς δείχνει πως ένα μεγάλο μέρος του σωματικού μας βάρους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση ή τις επιλογές μας. Αντιθέτως, ένα σημαντικό ποσοστό καθορίζεται από κληρονομικούς παράγοντες, εγγεγραμμένους στο DNA μας.

Η γενετική βάση του σωματικού βάρους
Πλήθος ερευνών καταδεικνύει πως το 40%-75% της διακύμανσης στο σωματικό βάρος μπορεί να αποδοθεί σε γενετικούς παράγοντες [1,2]. Αυτό σημαίνει ότι δεν ξεκινάμε όλοι από το ίδιο σημείο εκκίνησης στον «αγώνα» της διαχείρισης βάρους. Η προδιάθεση για αυξημένο βάρος, ή δυσκολία στη διατήρησή του, μπορεί να κρύβεται στο γονιδίωμά μας.
Η γενετική επηρεάζει ποικίλες μεταβλητές: Από τη λειτουργία του βασικού μεταβολισμού και την αποθήκευση λίπους, έως την ορμονική ρύθμιση της όρεξης και τη συμπεριφορά απέναντι στο φαγητό. Γονίδια όπως το FTO (Fat Mass and Obesity-associated) και το MC4R (Melanocortin 4 Receptor) έχουν συνδεθεί με την αύξηση της λιπώδους μάζας, την αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και την ελαττωμένη ικανότητα καύσης [5,6].
Αν λοιπόν έχουμε περισσότερη δυσκολία να χάσουμε βάρος σε σχέση με κάποιον άλλο, αυτό μπορεί να είναι αποτέλεσμα γενετικής προδιάθεσης και όχι προσωπικής αποτυχίας.

Γιατί δεν αποδίδει η ίδια δίαιτα για όλους;
Αν έχουμε δοκιμάσει να ακολουθήσουμε την ίδια δίαιτα με κάποιον φίλο ή φίλη και τα αποτελέσματα ήταν εντελώς διαφορετικά, τότε ήδη έχουμε βιώσει αυτό που η επιστήμη επιβεβαιώνει: Η ίδια διατροφή δεν λειτουργεί το ίδιο σε όλους.
Οι διαφορές στον μεταβολισμό, στην ικανότητα απορρόφησης θρεπτικών συστατικών, στην αντίδραση του οργανισμού σε συγκεκριμένες ομάδες τροφίμων, έχουν γενετική βάση. Για παράδειγμα, ορισμένα άτομα είναι πιο ευαίσθητα στους υδατάνθρακες και παρουσιάζουν ευκολότερα διακυμάνσεις στα επίπεδα ινσουλίνης, κάτι που επηρεάζει τη λιπογένεση [3,4]. Άλλοι επεξεργάζονται πιο αποτελεσματικά τα λιπαρά ή έχουν γονίδια που σχετίζονται με αυξημένη όρεξη και τάση για υπερκατανάλωση.
Η αλήθεια είναι απλή αλλά εξαιρετικής σημασίας: Χωρίς γνώση του γενετικού μας προφίλ, ακολουθούμε τυφλά διατροφικές συμβουλές που μπορεί να μην είναι κατάλληλες για εμάς.

Η διατροφή που προσαρμόζεται στο DNA μας
Η γενετικά καθοδηγούμενη διατροφή είναι μια νέα, επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση, που αξιοποιεί τη γενετική ανάλυση για να δημιουργήσει εξατομικευμένα διατροφικά πλάνα. Η διατροφή αυτή δεν βασίζεται σε κανόνες-«copy paste», αλλά σε αληθινά δεδομένα του σώματός μας όπως τα γονίδια, ο τρόπος ζωής και οι βιομετρικές μας ενδείξεις.
Σύμφωνα με μελέτες, τα άτομα που ακολουθούν εξατομικευμένη διατροφή βάσει του DNA τους παρουσιάζουν:
- Μεγαλύτερη απώλεια βάρους σε σχέση με άτομα που ακολουθούν γενικά διατροφικά σχήματα [7–9]
- Βελτιωμένους δείκτες υγείας, όπως υψηλότερη HDL («καλή» χοληστερόλη) και μειωμένα επίπεδα γλυκόζης νηστείας
- Σημαντική μείωση του κοιλιακού λίπους, που σχετίζεται με αυξημένο μεταβολικό κίνδυνο
- Μακροχρόνια διατήρηση του βάρους και μεγαλύτερη προσήλωση στη διατροφή
Αυτό που διαφοροποιεί τη DNA-based διατροφή δεν είναι η αυστηρότητα, αλλά η προσαρμοστικότητα. Αντί να προσπαθούμε να «χωρέσουμε» σε ένα έτοιμο μοντέλο διατροφής, δημιουργείται ένα πλάνο που «αγκαλιάζει» εμάς.

One size doesn’t fit all
Καθένας από εμάς είναι μοναδικός. Το σώμα μας, η αντίδρασή του στις τροφές, η κατανομή του λίπους, ο μεταβολισμός, όλα φέρουν τη δική μας προσωπική υπογραφή, εγγεγραμμένη στο DNA μας. Όσο κι αν η διαχείριση του βάρους ήταν για χρόνια θέμα γενικών οδηγιών και κοινωνικών προτύπων, η επιστήμη μας καλεί να επανεξετάσουμε τον τρόπο που φροντίζουμε τον εαυτό μας.
Η γνώση του γενετικού μας προφίλ δεν είναι πολυτέλεια. Είναι εργαλείο. Και μας επιτρέπει να διαμορφώσουμε στρατηγικές που δεν βασίζονται σε στερεότυπα ή μύθους, αλλά σε εξατομικευμένη φροντίδα με πραγματική επιστημονική βάση.
Αναλαμβάνοντας δράση μέσα από τη γενετική ανάλυση, μπορούμε να αφήσουμε πίσω την ανασφάλεια και να χτίσουμε μια σχέση με το σώμα μας βασισμένη στη γνώση, την αποδοχή και την αποτελεσματικότητα. Γιατί το βάρος μας δεν είναι ένα νούμερο, αλλά μια σύνθετη ισορροπία. Και τώρα έχουμε τα μέσα να την κατανοήσουμε σε βάθος.
Προμηθευτείτε το πιστοποιημένο ιατροτεχνολογικό προϊόν της iDNA Laboratories από τα φαρμακεία και επιλεγμένα διαγνωστικά κέντρα.
Βιβλιογραφία
- Locke AE, et al. (2015). Genetic studies of body mass index yield new insights for obesity biology. Nature, 518(7538), 197–206.
- Yengo L, et al. (2018). Meta-analysis of genome-wide association studies for height and BMI in ∼700,000 individuals of European ancestry. Human Molecular Genetics, 27(20), 3641–3649.
- Mansour S, et al. (2024). Precision Nutrition Unveiled: Gene-Nutrient Interactions, Microbiota Dynamics, and Lifestyle Factors in Obesity Management. Nutrients, 16(5), 581.
- Bouchard C. (2021). Genetics of Obesity: What We Have Learned Over Decades of Research. Obesity (Silver Spring), 29(5), 802–820.
- da Silva TER, et al. (2018). The FTO rs9939609 polymorphism and obesity risk in teens. Obesity Research & Clinical Practice, 12(5), 432–437.
- García-Solís P, et al. (2016). FTO and MC4R SNPs associated with obesity in Mexican children. British Journal of Nutrition, 116(10), 1834–1840.
- Horne JR, et al. (2020). Change in Weight and Body Composition in Genetic-Based vs Population-Based Intervention. Obesity (Silver Spring), 28(8), 1419–1427.
- Tamilvanan MJ, Kalpana CA. (2023). Improved weight management using nutrigenetically tailored diet among Indians. Journal of Survey in Fisheries Sciences, 10, 4856–4862.
- Vranceanu M, et al. (2020). Ketogenic vs Nutrigenetic diet over 6 months: an 18-month follow-up. BMC Nutrition, 6, 53.